Επικοινωνία, γλώσσα και ομιλία

Ένα παιδί που καθυστερεί να μιλήσει είναι λογικό να προκαλεί ανησυχία στους γονείς και τον επαγγελματία υγείας, που το παρακολουθεί. Ωστόσο, και μεταξύ των φυσιολογικών παιδιών, υπάρχουν μεγάλες διαφορές στο ρυθμό απόκτησης της ικανότητας της γλώσσας. Προκειμένου να προσδιοριστεί και να αποσαφηνιστεί η φύση του προβλήματος, θα πρέπει να εξεταστούν οι δεξιότητες κοινωνικής αλληλεπίδρασης του παιδιού και η ικανότητά του να αντιλαμβάνεται τη γλώσσα.


Πρώιμη επικοινωνία

Η εγκατάσταση της αλληλεπίδρασης

Οι αρχικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στα βρέφη και τους γονείς τους είναι κατά κύριο λόγο ανταλλαγές συναισθημάτων, και αρχίζουν αμέσως μετά το τοκετό μέσω της επαφής με τα μάτια και με τις αλλαγές της συμπεριφορικής κατάστασης του βρέφους. Καθώς αυτές οι ανταποκρίσεις γίνονται περισσότερο περίπλοκες, έρχονται στο προσκήνιο οι αμφίδρομες αλληλεπιδράσεις γύρω από τις δραστηριότητες της φροντίδας και του παιχνιδιού, έτσι ώστε περί την έκτη έως την ογδόη εβδομάδα ένα βρέφος χαμογελάει ανταποκρινόμενο σε μια κοινωνική αλληλεπίδραση, γεγονός που προκαλεί μεγάλη ευχαρίστηση στους φροντιστές του. Από την ηλικία των 3 έως 6 μηνών, τα βρέφη δείχνουν τη προτίμησή τους για ένα αντικείμενο με τη παρατεταμένη προσήλωση του βλέμματός τους. Επίσης επιδεικνύουν ετοιμότητα για επικοινωνία και αλληλεπίδραση, όταν στρέφουν τα μάτια τους και παρατηρούν, με ενδιαφέρον και ποικίλες εκφράσεις του προσώπου, το περιβάλλον τους. Γύρω στην ηλικία των 8 έως 10 μηνών, τα βρέφη μπορούν και συντονίζουν τον ενδιαφέρον τους για τα αντικείμενα και τα πρόσωπα, μέσω της ταυτόχρονης προσέλκυσης της προσοχής των ατόμων που τα φροντίζουν και της στροφής του βλέμματος ή του αγγίγματος ενός αντικειμένου. Σημειώνεται μια συνεχή αύξηση της χρησιμοποίησης χειρονομιών μαζί με φωνές, προκειμένου να ζητήσει να του δοθούν κάποια αντικείμενα και να εκφράσει ή να επικοινωνήσει τα συναισθήματά του για πράγματα και γεγονότα. Το δείξιμο με το δείκτη του χεριού αποτελεί την πλέον σημαντική χειρονομία επικοινωνίας, αφού με αυτή επισύρεται η προσοχή και η αλληλεπίδραση με το παιδί και επίσης αποτελεί ένα τρόπο για να γνωρίσει πως λέγονται τα στοιχεία που συνθέτουν το περιβάλλον του.  Από την ηλικία των 9 μηνών αρχίζουν τα βρέφη  να προκαλούν το βλέμμα των άλλων και γύρω στην ηλικία των 18 μηνών δείχνουν διάφορα αντικείμενα, προκειμένου να εκφράσουν το ενδιαφέρον τους και να το μοιραστούν με τους άλλους. Μπορούν να στρέψουν το βλέμμα τους και να παρακολουθήσουν το κάθε αντικείμενο που τους επιδεικνύεται. Οι φροντιστές τους μπορούν να τα βοηθήσουν να αναπτύξουν την επικοινωνία τους με το να προσελκύουν τη προσοχή και το βλέμμα τους, δείχνοντάς και ονομάζοντας τους διάφορα αντικείμενα από το περιβάλλον τους.

Η αντίληψη και η κατανόηση της γλώσσας

Το πόσο πολύ ένα παιδί αντιλαμβάνεται τη γλώσσα είναι δύσκολο να διαπιστωθεί. Ωστόσο, η ενωρίς επικοινωνία λαμβάνει χώρα σε οικείες  καταστάσεις, όπου οι ρουτίνες και οι εμπειρίες της καθημερινότητας βοηθούν τα παιδιά να κάνουν υποθέσεις, με ελάχιστη ανάγκη της πραγματικής και ουσιαστικής κατανόησης του τι ακριβώς τους λέγεται.

Υπάρχει τεράστια διαφορετικότητα για τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά αναπτύσσουν την αρχική αντίληψη της γλώσσας. Αυτός αντικατοπτρίζει τόσο τη συμβολή του συγκεκριμένου παιδιού, όσο και τη ποικιλία των παιχνιδιών και των κοινωνικών επαφών και αλληλεπιδράσεων στις οποίες συμμετέχουν οι διάφορες οικογένειες . Από την ηλικία των 6 – 9 μηνών ένα βρέφος μπορεί να αναγνωρίζει τη σημασία 1 ή 2 λέξεων που αφορούν αντικείμενα, όπως είναι το “τικ – τακ” του ρολογιού, ή να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα να κάνει “για- για” ή  να παίξει “παλαμάκια”. Από τώρα και στο εξής  το βρέφος αρχίζει να αντιλαμβάνεται  το νόημα των λέξεων και των μικρών προτάσεων που επαναλαμβάνονται συχνά, και κυρίως όταν αυτές χρησιμοποιούνται σε γνώριμες καταστάσεις και ενισχύονται όταν συνοδεύονται με τις κατάλληλες χειρονομίες  και ενέργειες. Στο πρώτο έτος των γενεθλίων τους, τα περισσότερα  παιδιά είναι σε θέση να αναγνωρίζουν μερικά αντικείμενα καθημερινής χρήσης χωρίς τη βοήθεια των υποδείξεων με χειρονομίες.

Κατά τη διάρκεια του δεύτερου έτους της ζωής τους, τα παιδιά αναγνωρίζουν νέες λέξεις με ακόμη ταχύτερο ρυθμό και αντιλαμβάνονται τη σημασία μέχρι  δύο βασικών λέξεων που περιλαμβάνονται στα συνήθη καθημερινά καλέσματά τους. Από την ηλικία των 3 ετών θα κατανοούν την έννοια περιπλοκότερων προθέσεων (μέσα, επάνω, κάτω), των λέξεων με το περιεχόμενο της δράσης (φάε, τρέξε) και θα αρχίσουν να αντιλαμβάνονται τις διαφορές στο μέγεθος (μικρή κούκλα). Επίσης από αυτή την ηλικία  τα παιδιά αναπτύσσουν την αντίληψη του χρώματος, του θετικού και του  αρνητικού – του επιτρεπτού και του ανεπίτρεπτου -. Αντιλαμβάνονται τις προσποιητές καταστάσεις και χρησιμοποιούν διαρκώς και περισσότερο τη γλώσσα ως μέσο έκφρασης της σκέψης  και του συλλογισμού. Στην ηλικία των 5 ετών, τα παιδιά αντιλαμβάνονται τη σημασία μακροσκελών και περίπλοκων προτάσεων και έννοιες του τύπου “τι συμβαίνει μετά;”


Η εκφραστική γλώσσα

Η επαναλαμβανόμενη άρθρωση φθόγγων – babbling -, οι προ-λέξεις (πρώιμες)- ,οι πρώτες λίγες κατανοητές λέξεις

Την  6η έως την 8η εβδομάδα της ζωής του ένα βρέφος δημιουργεί τους πρώιμους “παρηγορητικούς” ήχους (“cooing sounds”). Αυτοί οι ήχοι σύντομα διαφοροποιούνται και περιλαμβάνουν αρκετά φωνήεντα και μερικά σύμφωνα. Γύρω στην ηλικία των 4 μηνών εμφανίζονται ήχοι που μοιάζουν με γέλιο. Η άρθρωση μη κατανοητών φθόγγων καθίσταται όλο και περισσότερο σύνθετη, και προς το τέλος  του πρώτου έτους παράγονται τμήματα επαναλαμβανόμενων συλλαβών όπως  “μαμαμα” ή “παπαπα”. Από την ηλικία των 10 έως 14 μηνών, τα βρέφη μπορεί να παράγουν ήχους που μοιάζουν με λέξεις  – πρώιμες – προ-λέξεις (να , ντα, κ.ά.), προκειμένου να δηλώσουν την έγκριση, την  αποδοκιμασία, το αίτημα, ή την απόρριψή τους. Για την ενίσχυση του νοήματος αυτών των λέξεων μπορεί να χρησιμοποιούν και διάφορες χειρονομίες. Η ηλικία κατά την οποία αναφέρεται η πρώτη αναγνωρίσιμη και κατανοητή λέξη ποικίλει ευρύτατα, ακόμη και μέσα στην ίδια οικογένεια. Το πρώτο έτος των γενεθλίων τους τα περισσότερα βρέφη χρησιμοποιούν ένα συνδυασμό  ρυθμικών φθόγγων και πρώιμων λέξεων, ενώ μερικά από αυτά αρθρώνουν και λίγες αναγνωρίσιμες λέξεις. Σταδιακά ο εκφραστικός λόγος, εμπλουτίζεται από  νέους συνδυασμούς φθόγγων, πρώιμων λέξεων και χειρονομιών, για να αντικατασταθεί τελικά από ένα συνεχώς βελτιούμενο και κατανοητό λεξιλόγιο.

Συνδυασμοί λέξεων και γραμματική

Παρόλο ότι η πλειονότητα των παιδιών θα μπορέσει να συνδυάσει δύο λέξεις μαζί γύρω στην ηλικία των 2 ετών, έως και το 10% θα αποκτήσει αυτή την εκφραστική δεξιότητα κατά τη διάρκεια του 3ου έτους της ζωής. Μέσα στις επόμενους λίγους μήνες τα παιδιά θα μπορούν να χρησιμοποιούν απλές – από 3 λεκτικά στοιχεία – προτάσεις ( “Μαμά δες με”). Το επόμενο στάδιο αρχίζουν να χρησιμοποιούν: α) συστήματα γραμματικής, β) ομάδες λέξεων οι οποίες περιλαμβάνουν υποκείμενο, ρήμα και αντικείμενο και γ) εφαρμόζουν τη  χρήση και των ερωτηματικών. Στην αρχή όλα τα παιδιά, προκειμένου να απλοποιήσουν ή να περικόψουν το λόγο τους, μπορεί να κάνουν κάποια γραμματικά ή συντακτικά “λάθη” που αφορούν τον χρονικό προσδιορισμό, τις αντωνυμίες κ.ά. Γύρω στην ηλικία των 4 ετών ένα παιδί μπορεί να επαναλάβει μια απλή ιστοριούλα, χρησιμοποιώντας συντεταγμένες προτάσεις (“Αφού τελειώσαμε το φαγητό, βγήκαμε έξω και παίξαμε ένα παιχνίδι”). Από αυτή την ηλικία και μετά ένα παιδί είναι ικανό να συμμετέχει σε απλές συζητήσεις, το περιεχόμενο των οποίων γίνεται σταδιακά πολυπλοκότερο.

Ομιλία και ευφράδεια

Στα αρχικά στάδια της εκφοράς απλών λέξεων, τα παιδιά μπορούν να χρησιμοποιούν μια περιορισμένη ομάδα ήχων. Καθώς αυξάνει το λεξιλόγιό τους στο τελευταίο μισό του 2ου έτους και το πρώτο μισό του 3ου έτους, τα παιδιά φαίνεται να απλοποιούν τον λόγο τους, χρησιμοποιώντας διαφορετικές στρατηγικές. Συγκεκριμένα, μπορεί να παραλείπουν το πρώτο ή το τελευταίο σύμφωνο, να αντικαθιστούν το πρώτο με το δεύτερο σύμφωνο και μερικές φορές μπορεί να προσθέτουν ένα επιπλέον φωνήεν στο τέλος μιας λέξης, να αντικαθιστούν ορισμένους ήχους (π.χ. κέρω αντί του ξέρω, λόδι αντί του ρόδι κ.ά.) ή  να μειώνουν τις λέξεις (π.χ. τάι αντί του τσάι, τέχω αντί του τρέχω κ.ά.). Μπορούν να  διαμορφώσουν το τόνο του λόγου τους, προκειμένου να εκφράσουν την σημασία του συναισθήματός τους, να δώσουν έμφαση στο περιεχόμενο της ομιλίας τους ή να προβάλουν τα ερωτήματά τους. Γύρω στην ηλικία των 4 ετών, ο λόγος των περισσότερων παιδιών είναι κατανοητός από τους ξένους, παρόλο ότι ορισμένες ανωριμότητες ή ατέλειες μπορεί να επιμείνουν μέχρι το δημοτικό σχολείο.

Μεταξύ της ηλικία των 2 και 9 ετών, όπου τα παιδιά μαθαίνουν να μιλούν με ταχύτατο ρυθμό, πολλά από αυτά, συχνά όταν βρίσκονται σε κατάσταση ενθουσιασμού ή εκνευρισμού παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ελαφρού τραυλισμού. Αυτός έχει συνήθως τη μορφή επανάληψης  ήχων (π.χ. Μ-Μ-Μαμά), συλλαβών (π.χ.  γα- γα- γάλα), ή λέξεων (π.χ. όταν – όταν –όταν …). Όπως συμβαίνει και με τις άλλες δεξιότητες του λόγου, ή  ευφράδεια βελτιώνεται σταδιακά, με τη πρόοδο της ηλικίας των παιδιών. Η προληπτική συμβουλευτική βοήθεια από τον ειδικό λογοθεραπευτή θεωρείται αναγκαία  στις περιπτώσεις: α) που εκφραστεί οποιαδήποτε ανησυχία από τους γονείς, αναφορικά με την ομιλία του παιδιού τους, β) υπάρχει οικογενειακό ιστορικό τραυλισμού, ή γ) το παιδί δείχνει σημεία δυσφορίας ή έντασης όταν για να μιλήσει καταβάλει μεγάλη προσπάθεια.


Ο έλεγχος της προσοχής

Η προσοχή αναφέρεται στην ικανότητα των παιδιών να κοιτάζουν, να ακούν και να επικεντρώνουν το ενδιαφέρον τους σε ό,τι  βλέπουν ή ακούνε, και αποτελεί μια αναπτυξιακή παράμετρο στην οποία πολλά παιδιά με καθυστερημένο λόγο υστερούν. Και αυτό συμβαίνει παρά το γεγονός ότι η προσοχή εξαρτάται σε κάποιο βαθμό από τη συνυπάρχουσα κατάσταση και το αισθητηριακό ή άλλο ενδιαφέρον που έχει για το παιδί .

Κατά τη διάρκεια του 1ου έτους τα βρέφη είναι ιδιαιτέρως επιρρεπή στην απόσπαση της προσοχής τους, καθώς αυτή διατηρείται στιγμιαία, επάνω σε ό,τι από το περιβάλλον τους, τους προκαλεί ενδιαφέρον.

Στην ηλικία των  2 ετών, τα παιδιά στρέφουν σταθερά τη προσοχή τους στη δραστηριότητα της δικής τους προτίμησης και επιλογής, και ιδίως όταν οι ανταμοιβές που τους προσφέρει αυτή η δραστηριότητα είναι άμεσες και συνδέονται με αυτή. Δεν επιθυμούν τις εξωτερικές υποδείξεις,  κατευθύνσεις και διακοπές. Κατά τη διάρκεια του 3ου έτους τα παιδιά είναι συνήθως ικανά να διακόψουν μια ασχολία τους και να αποδεχτούν εξωτερικές κατευθύνσεις. Προτού δοθεί η οποιαδήποτε υπόδειξη ή κατεύθυνση σε αυτά, θα πρέπει να βοηθηθούν, προκειμένου να επιτύχουν την αποκλειστική συγκέντρωση της προσοχής τους στη προτεινόμενη ασχολία. Τα περισσότερα παιδιά αρχίζουν να αποκτούν τον έλεγχο της προσοχής τους από την ηλικία των 4 ετών, και είναι ικανά να στρέψουν το ενδιαφέρον τους σε οποιαδήποτε κατεύθυνση, και ταυτόχρονα να συνεχίζουν την οποιαδήποτε ασχολία τους


Η μεγάλη απόκλιση από το φυσιολογικό, και πότε πρέπει να ζητηθεί η κατάλληλη συμβουλευτική βοήθεια

Η ανάπτυξη της δεξιότητας του λόγου στα παιδιά παρουσιάζει μεγάλη διακύμανση, η οποία είναι συχνά εμφανής ακόμη και μεταξύ  δύο παιδιών μέσα στην ίδια οικογένεια. Παρόλο ότι η αποτυχία απόκτησης της ομιλίας αποτελεί το προφανέστερο λόγο μιας δικαιολογημένης ανησυχίας, η ικανότητα του παιδιού να επικοινωνεί, να αλληλοεπιδρά, να χρησιμοποιεί χειρονομίες, να φαντάζεται, να προσποιείται και να αντιλαμβάνεται τη γλώσσα, αποτελούν σημαντικότερες ενδείξεις της φυσιολογικής κατάστασης του παιδιού, ή της ανάγκης να του παρασχεθεί η κατάλληλη βοήθεια. Τα αναπτυξιακά ορόσημα που έχουν δοθεί, αποτελούν τους μέσους όρους και μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο ως οδηγός για τη πορεία που συνήθως ακολουθεί η ανάπτυξη του λόγου στα παιδιά. Παρόλα αυτά, η διαπίστωση της οποιαδήποτε σημαντικής καθυστέρησης στην ανάπτυξη του λόγου, ή τα ασυνήθιστα χαρακτηριστικά του  μπορούν να αποτελέσουν τη πρώτη ένδειξη  της παρουσίας ενός προβλήματος, για την αντιμετώπιση του οποίου θα πρέπει να προσφερθεί στο παιδί η κατάλληλη βοήθεια.

Σημείωση: Τα προβλήματα της ακοής μπορεί να επηρεάσουν αρνητικά την ομιλία του παιδιού, και είναι σημαντικό να υποβληθεί αυτό σε ακουολογικό έλεγχο στη περίπτωση που διαπιστωθεί ότι η ομιλία του είναι προβληματική